Τέσσερις άμεσες παρεμβάσεις για τον περιορισμό της επιβάρυνσης από τις αυξημένες τιμές των καυσίμων προτείνει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης. Με ανάρτησή του την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, ζητά μεταξύ άλλων μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και μηχανισμό επιστροφής στους καταναλωτές των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ που προκύπτουν όταν αυξάνονται οι τιμές.
Η παρέμβαση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ έρχεται σε περίοδο σημαντικής ανόδου των τιμών στην αντλία. Ενδεικτικά, τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων καταγράφουν στην Αθήνα μέση τιμή περίπου 2,18 ευρώ το λίτρο για την απλή αμόλυβδη και 2,19 ευρώ για το diesel κίνησης στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία.
Οι τέσσερις παρεμβάσεις που προτείνει ο Ανδρουλάκης
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ζητά τη μείωση του ΕΦΚ τόσο στα καύσιμα κίνησης όσο και στο πετρέλαιο θέρμανσης, υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα για τον περιορισμό της επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Δεύτερος άξονας της πρότασής του είναι η δημιουργία μηχανισμού μέσω του οποίου τα πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ που δημιουργούνται εξαιτίας της αύξησης των τιμών θα επιστρέφουν στους καταναλωτές, με αναφορά στο μοντέλο που εφαρμόζεται στην Ιταλία.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει πραγματική βάση. Η ιταλική νομοθεσία προβλέπει δυνατότητα μείωσης των ειδικών φόρων στα ενεργειακά προϊόντα ώστε να αντισταθμίζονται πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ από μεταβολές της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Τον Απρίλιο του 2026, για παράδειγμα, η ιταλική κυβέρνηση διέθεσε 219,6 εκατ. ευρώ από πρόσθετα έσοδα ΦΠΑ για τη χρηματοδότηση προσωρινής μείωσης των σχετικών συντελεστών.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προτείνει ακόμη συστηματικούς ελέγχους στα περιθώρια κέρδους σε όλα τα στάδια της αγοράς καυσίμων, από τη διύλιση μέχρι τη λιανική πώληση.
Η τέταρτη πρόταση αφορά τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές. Σύμφωνα με την πρόταση του κ. Ανδρουλάκη, ο μηχανισμός θα ενεργοποιείται κατόπιν τεκμηριωμένης εισήγησης των αρμόδιων ανεξάρτητων αρχών.
Η αναφορά στην Ιταλία και το πλαφόν της Eni
Στην παρέμβασή του ο Νίκος Ανδρουλάκης επικαλείται επίσης τις κινήσεις που έχουν γίνει στην αγορά καυσίμων της Ιταλίας.
Η Eni ανακοίνωσε στις 25 Σεπτεμβρίου ότι από τις 28 Σεπτεμβρίου επιβάλλει στο δίκτυο Enilive ανώτατη τιμή 2,19 ευρώ ανά λίτρο για το diesel και 1,99 ευρώ για τη βενζίνη. Το μέτρο προβλέπεται αρχικά για 30 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης έως το τέλος του 2026 ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και του εφοδιασμού.
Ανάλογη πολιτική πλαφόν έχει εφαρμόσει μέσα στο 2026 και η TotalEnergies στη Γαλλία. Τον Ιούλιο η εταιρεία επανέφερε ανώτατη τιμή 1,99 ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη και 2,25 ευρώ για το diesel στο δίκτυό της στη μητροπολιτική Γαλλία.
Κριτική στην κυβέρνηση για τον ΕΦΚ
Ο κ. Ανδρουλάκης ασκεί παράλληλα κριτική στην κυβέρνηση για τον χρόνο αντίδρασης απέναντι στην αύξηση του ενεργειακού κόστους, υποστηρίζοντας ότι οι ανακοινώσεις για υπό εξέταση παρεμβάσεις δεν επαρκούν απέναντι στην άμεση πίεση που δέχονται οι καταναλωτές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει στις 18 Σεπτεμβρίου ότι η κυβέρνηση δεν θεωρεί δημοσιονομικά εφικτή, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, τη μείωση του ΕΦΚ χωρίς περικοπή άλλης δαπάνης ή αύξηση άλλου φόρου. Είχε παράλληλα αναφέρει ότι θα θέσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα μιας προσωρινής εξαίρεσης για τη φορολογία των ορυκτών καυσίμων, συνδέοντας την πρόταση με τις ανάγκες του επερχόμενου χειμώνα.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να αναμένει αποκλειστικά ευρωπαϊκές αποφάσεις, καθώς, όπως επισημαίνει, υπάρχουν παραδείγματα κρατών-μελών που έχουν χρησιμοποιήσει εθνικά εργαλεία.
Αντιπαράθεση και για δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών
Στην ίδια ανάρτηση ο κ. Ανδρουλάκης συνδέει το ζήτημα των καυσίμων με την ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση για την ακρίβεια. Κατηγορεί κυβερνητικά στελέχη ότι με πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις τους υποτιμούν την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζει μέρος των πολιτών.
Κατά τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, η αντιμετώπιση της αύξησης του κόστους ζωής απαιτεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις και όχι μετάθεση των αποφάσεων για αργότερα. Υποστηρίζει, τέλος, ότι τα μέτρα πρέπει να έχουν ληφθεί πριν η αυξημένη ενεργειακή δαπάνη του χειμώνα επιβαρύνει περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
